Η συσχέτιση άσθματος και παχυσαρκίας αποτελεί πλέον καλά τεκμηριωμένο κλινικό φαινόμενο. Σύγχρονες ανασκοπήσεις, όπως αυτή που δημοσιεύθηκε εδώ https://doi.org/10.1016/S0140-6736(24)01548-4, αναδεικνύουν ότι οι ασθενείς με άσθμα και αυξημένο BMI εμφανίζουν διαφορετικό φαινότυπο νόσου, συχνά πιο ανθεκτικό στη συμβατική θεραπεία. Η κατανόηση αυτής της ιδιαίτερης κλινικής οντότητας είναι κρίσιμη για τον ιατρό της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.
Γιατί το άσθμα στους παχύσαρκους ασθενείς είναι διαφορετικό;
Αποτελεί έναν συνδυασμό μηχανικών παραγόντων καθώς η αυξημένη λιπώδης μάζα μειώνει τον εκπνευστικό εφεδρικό όγκο, αυξάνει το κλείσιμο μικρών αεραγωγών και επιδεινώνει το αίσθημα της δύσπνοιας. Επιπλέον δεδομένου ότι η παχυσαρκία χαρακτηρίζεται από μία χρόνια χαμηλού βαθμού συστηματική φλεγμονή με αυξημένα επίπεδα IL-6, TNF-α, CRP, συχνά παρατηρείται ένας μη ηωσινοφιλικός φαινότυπος άσθματος με μειωμένη ανταπόκριση στα εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή φάρμακα. Ωστόσο ένας επαγγελματίας υγείας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη συννοσηρότητες όπως την αποφρακτική υπνική άπνοια, την γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, την χρόνια ρινίτιδα – παραρρινοκολπίτιδα, τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Σε ασθενείς με κακό έλεγχο θα πρέπει να αναθεωρείται η θεραπευτική στρατηγική πρώτα απ’όλα επιβεβαιώνοντας τη σωστή τεχνική εισπνοής, να εξετάζεται η αλλαγή της θεραπείας και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να γίνεται παραπομπή για θεραπεία με βιολογικούς παράγοντες.
Εμφαση πρέπει να δίνεται και στην απώλεια σωματικού βάρους καθώς έστω και μια μείωση της τάξης του 5-10% βελτιώνει τον έλεγχο του άσθματος, μειώνει τα συμπτώματα και περιορίζει τις παροξύνσεις βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής.
Το άσθμα και η παχυσαρκία συνδέονται αμφίδρομα. Η επιτυχής ρύθμιση της νόσου δεν επιτυγχάνεται μόνο με εισπνεόμενα σχήματα, αλλά με ολοκληρωμένη διαχείριση μεταβολικών και μηχανικών παραγόντων.
Για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα, η έγκαιρη αναγνώριση και η στοχευμένη παρέμβαση μπορούν να μετατρέψουν έναν «δύσκολο» ασθενή σε καλά ρυθμισμένο.